- αλογόκριτος
- -η, -ο1. αυτός που δε λογοκρίθηκε: Το βιβλίο τελικά δημοσιεύτηκε αλογόκριτο.2. αυτός που δεν υποβάλλεται σε λογοκρισία: Κανονικά ο τύπος είναι αλογόκριτος.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.